O ουρανός μύριζε σίδερο και αίμα.
Η τελευταία μάχη είχε ανάψει σαν πυρετός, κι ο Σπάρτακος ήταν εκεί, μπροστά, ο ίδιος ένας ζωντανός φάρος μέσα στο χάος. Χτύπησε έναν λεγεωνάριο, μετά άλλον, μετά έναν τρίτο.
Το πρόσωπό του δεν έδειχνε μανία· μόνο πείσμα. Το πείσμα ενός ανθρώπου που ακόμα πίστευε ότι η ελευθερία δεν είναι όνειρο, αλλά κατεύθυνση.
Και τότε το είδε.
Μια σχισμή στον κλοιό.
Μια στιγμή όπου οι λεγεώνες του Κράσσου είχαν ανοίξει για να μεταφέρουν έναν τραυματία αξιωματικό.
Μια αναπνοή ευκαιρίας.
«Σπάρτακε, πίσω!» φώναξε ένας απο τους Γαλάτες που λίγοι είχαν απομείνει από το σώμα του Γάννικου.
Αλλά ο Σπάρτακος δεν έκανε πίσω. Προχώρησε.
Διείσδυσε μέσα στη ρωμαϊκή παράταξη όχι σαν στρατηγός, αλλά σαν σκιά.
Έριξε τη θώρακα, πέταξε τη σημαία που κουβαλούσε, έμεινε μόνο με ένα μαχαίρι στο χέρι —
οι Ρωμαίοι αναζητούσαν έναν ηγεμόνα

