Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Το άγνωστο τέλος και η αρχή του Σπάρτακου






O ουρανός μύριζε σίδερο και αίμα.
Η τελευταία μάχη είχε ανάψει σαν πυρετός, κι ο Σπάρτακος ήταν εκεί, μπροστά, ο ίδιος ένας ζωντανός φάρος μέσα στο χάος. Χτύπησε έναν λεγεωνάριο, μετά άλλον, μετά έναν τρίτο.
Το πρόσωπό του δεν έδειχνε μανία· μόνο πείσμα. Το πείσμα ενός ανθρώπου που ακόμα πίστευε ότι η ελευθερία δεν είναι όνειρο, αλλά κατεύθυνση.
Και τότε το είδε.
Μια σχισμή στον κλοιό.
Μια στιγμή όπου οι λεγεώνες του Κράσσου είχαν ανοίξει για να μεταφέρουν έναν τραυματία αξιωματικό.
Μια αναπνοή ευκαιρίας.
«Σπάρτακε, πίσω!» φώναξε ένας απο τους Γαλάτες που λίγοι είχαν απομείνει από το σώμα του Γάννικου.
Αλλά ο Σπάρτακος δεν έκανε πίσω. Προχώρησε.
Διείσδυσε μέσα στη ρωμαϊκή παράταξη όχι σαν στρατηγός, αλλά σαν σκιά.
Έριξε τη θώρακα, πέταξε τη σημαία που κουβαλούσε, έμεινε μόνο με ένα μαχαίρι στο χέρι —

οι Ρωμαίοι αναζητούσαν έναν ηγεμόνα

Λογοκρισία και γιορτές



Μια η ανάρτηση του Αλέξανδρος Τσουβέλας που κατέβηκε ως «βλάσφημη», μια η λογοκρισία του δημάρχου στη Φλώρινα στους Banda Entopica —και ξαφνικά η Ελλάδα του 2025 μοιάζει να ξαναπιάνει το νήμα από τα πιο σκοτεινά της αντανακλαστικά.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένα «ατυχή» περιστατικά. Είναι το μοτίβο: η τέχνη, η σάτιρα και ο δημόσιος λόγος περνούν από κόσκινο «ευαισθησιών», «ηθικής τάξης» και διοικητικής αυθαιρεσίας. Όχι με ρητές απαγορεύσεις (αυτές θα ήταν ειλικρινείς), αλλά με το πιο αποτελεσματικό εργαλείο του 21ου αιώνα: την αποσιώπηση. Κατέβασμα ανάρτησης εδώ, διακοπή συναυλίας εκεί, ένα «μην το συνεχίζετε» με μικρόφωνο κλειστό.

Η λογοκρισία σήμερα δεν φορά στολή· φορά γραβάτα και χαμόγελο. Δεν επικαλείται νόμους, επικαλείται «το κοινό αίσθημα». Δεν λέει «απαγορεύεται», λέει «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή». Και πάντα, μα πάντα, βαφτίζεται «προστασία» — της πίστης, της τάξης, της ηρεμίας, της εικόνας του τόπου.

Το αποτέλεσμα όμως είναι ίδιο: ένα τοπίο όπου ο καλλιτέχνης μαθαίνει να αυτολογοκρίνεται πριν μιλήσει, ο κωμικός να ζυγίζει κάθε λέξη σαν να περνά από εισαγγελέα, και το κοινό να συνηθίζει στην ιδέα ότι «καλά έκαναν και το έκοψαν». Έτσι χτίζεται η σιωπή: λίγο-λίγο, με συναίνεση.

Η Ελλάδα του 2025 δεν χρειάζεται περισσότερη «ευπρέπεια». Χρειάζεται περισσότερο θάρρος. Θάρρος να αντέχει την πρόκληση, την ειρωνεία, την ενόχληση. Γιατί η τέχνη που δεν ενοχλεί, απλώς διακοσμεί. Και μια δημοκρατία (εντελώς ασθενική) που φοβάται ένα τραγούδι ή ένα αστείο, έχει ήδη αρχίσει να φοβάται τον ίδιο της ετοιμοθάνατο εαυτό.