Το «Δύο τοις εκατό» είναι από εκείνα τα αστυνομικά μυθιστορήματα που δεν προσπαθούν να σε πλακώσουν με το σκοτάδι τους. Αντίθετα, επιλέγουν έναν πιο ανάλαφρο δρόμο, χωρίς όμως να θυσιάζουν ούτε το μυστήριο ούτε την αγωνία.
Η Σιβύλλα Αργυροπούλου στήνει μια ιστορία που διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, με μικρά κεφάλαια, συνεχείς εναλλαγές, υπόπτους που μπαίνουν και βγαίνουν από το κάδρο και αρκετές ανατροπές ώστε ο αναγνώστης να θέλει διαρκώς να πάει λίγο παρακάτω. Ένα από τα στοιχεία που ξεχώρισα είναι το χιούμορ. Δεν πρόκειται για ένα καθαρόαιμο κωμικό αστυνομικό, αλλά το χιούμορ βρίσκεται σχεδόν παντού: στις ατάκες, στις σχέσεις των ηρώων, στις μικρές κόντρες, στις ζήλιες, στις αμηχανίες και κυρίως στον τρόπο με τον οποίο οι χαρακτήρες αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον. Ο Μπάμπης, η Νικολέτα, ο Δημήτρης, ο Θάνος και η Ρόζα δημιουργούν μια παρέα που πολλές φορές θυμίζει περισσότερο ανθρώπους που γνωρίζονται χρόνια και πειράζονται μεταξύ τους παρά τους «βοηθούς» μιας αστυνομικής έρευνας.
Αυτό δίνει στο βιβλίο μια ζεστασιά και το εμποδίζει να γίνει βαρύ ακόμη κι όταν στο κέντρο της ιστορίας υπάρχει ένας φόνος. Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του: είναι ανάλαφρο και αγωνιώδες ταυτόχρονα. Η δολοφονία της κυρίας Λυμπεροπούλου αποτελεί τον βασικό άξονα, οι υποψίες μετακινούνται από πρόσωπο σε πρόσωπο και διάφορα μικρά στοιχεία αποκτούν σταδιακά μεγαλύτερη σημασία. Υπάρχουν απειλές, παρακολουθήσεις, κρυμμένες σχέσεις, οικογενειακά μυστικά και άνθρωποι που δεν είναι ακριβώς αυτό που αρχικά φαίνονται. Παρ’ όλα αυτά, το μυθιστόρημα δεν χάνει ποτέ την ελαφρότητά του. Δεν επιδιώκει να σοκάρει με τη βία· περισσότερο θέλει να βάλει τον αναγνώστη στο παιχνίδι της αναζήτησης του ενόχου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η έννοια της γειτονιάς. Το Κουκάκι δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο. Τα σπίτια, τα μικρά μαγαζιά, οι δρόμοι, οι γνωριμίες μεταξύ των κατοίκων, οι πληροφορίες που περνούν από στόμα σε στόμα δημιουργούν την αίσθηση μιας παλιότερης Αθήνας, μιας πόλης στην οποία η γειτονιά είχε ακόμη μνήμη. Όλοι ήξεραν περίπου ποιος μένει πού, ποιος πέρασε, ποιος νοίκιασε ένα σπίτι, ποιος εμφανίστηκε ξαφνικά.
Αυτή η Αθήνα όμως μοιάζει να υποχωρεί. Και αυτό το στοιχείο έχει μια γλυκόπικρη διάσταση. Μέσα από τη μεσιτική δραστηριότητα, τις πωλήσεις ακινήτων, τους νέους ιδιοκτήτες, τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και τη διαρκή μεταβολή της περιοχής, βλέπουμε ένα Κουκάκι που αλλάζει ταυτότητα. Η παλιά γειτονιά, με τις σταθερές ανθρώπινες σχέσεις και τους ανθρώπους που γνώριζαν ο ένας τη ζωή του άλλου, παραχωρεί σταδιακά τη θέση της σε μια περισσότερο απρόσωπη Αθήνα. Χωρίς να γίνεται κοινωνικό δοκίμιο, το βιβλίο αφήνει αυτή την αίσθηση να περάσει στο παρασκήνιο της ιστορίας και κατά τη γνώμη μου του προσθέτει βάθος. Παράλληλα, ο κόσμος των μεσιτικών γραφείων αποτελεί μια αρκετά πρωτότυπη βάση για αστυνομική ιστορία. Ραντεβού, ιδιοκτήτες, κληρονομιές, αγοραστές, προμήθειες, σπίτια που ανοίγουν σε αγνώστους και άνθρωποι που μπαίνουν καθημερινά σε ξένους ιδιωτικούς χώρους προσφέρουν από μόνοι τους υλικό για μυστήριο. Ακόμη και ο τίτλος, το «Δύο τοις εκατό», ξεκινά ως μια χαρακτηριστική αναφορά στη μεσιτική αμοιβή και σταδιακά αποκτά μεγαλύτερη σημασία μέσα στην ιστορία και στις σχέσεις των ηρώων.
Οι χαρακτήρες δεν παρουσιάζονται ως υπερήρωες της αστυνομικής λογοτεχνίας. Έχουν ζήλιες, ανασφάλειες, έρωτες, επαγγελματικά προβλήματα, παρεξηγήσεις και αδυναμίες. Και ίσως γι’ αυτό τελικά γίνονται συμπαθείς. Ιδίως οι προσωπικές ιστορίες που κινούνται παράλληλα με το μυστήριο δίνουν την απαραίτητη ανάσα ανάμεσα στα στοιχεία της έρευνας και κάνουν το βιβλίο να μοιάζει περισσότερο με ιστορία ανθρώπων μέσα σε μια γειτονιά παρά απλώς με ένα «ποιος το έκανε». Συνολικά, το «Δύο τοις εκατό» είναι ένα ευχάριστο, γρήγορο και ιδιαίτερα συμπαθητικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Έχει χιούμορ, αγωνία, έρωτες, οικογενειακά μυστικά και μια Αθήνα που αλλάζει μπροστά στα μάτια των ηρώων της. Δεν φιλοδοξεί να γίνει ένα σκοτεινό, βαρύ νουάρ και αυτό τελικά λειτουργεί υπέρ του. Είναι από εκείνα τα βιβλία που σε κάνουν να θέλεις να διαβάσεις «ακόμη ένα κεφάλαιο» και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, έχεις φτάσει στο τέλος.
Και πίσω από το μυστήριο μένει τελικά κάτι ακόμη: η αίσθηση μιας γειτονιάς που προσπαθεί να κρατήσει τους ανθρώπους της κοντά, την ώρα που η ίδια η πόλη γύρω τους αλλάζει και η παλιά Αθήνα χάνεται λίγο λίγο. Αυτό, για μένα, είναι ίσως το πιο όμορφο υπόστρωμα και ας μου επιτραπεί έκφραση η γλυκάδα του βιβλίου.




