Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026
Σπάρτακος οι τύψεις
Το έμαθε από στόμα ξένο.
Όχι από κραυγή, όχι από θρήνο — από μια ψυχρή φράση που ειπώθηκε σαν να μιλούσε κανείς για τον καιρό.
Σταυρώθηκαν.
Όσοι έμειναν ζωντανοί μετά την τελευταία μάχη, καρφώθηκαν κατά μήκος του δρόμου. Όχι για τιμωρία μόνο — για παράδειγμα. Να μάθει ο κόσμος τι πληρώνει η ανυπακοή.
Ο Σπάρτακος δεν μίλησε.
Έμεινε ακίνητος, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, σαν να κρατούσε ακόμα το βάρος μιας ασπίδας που δεν υπήρχε πια. Η φωτιά μπροστά του έσβηνε, αλλά δεν την αναζωπύρωσε. Κάτι μέσα του είχε ήδη αρχίσει να καίγεται αλλού.
Τους είδε.
Όχι όπως πραγματικά ήταν, αλλά όπως τους κρατούσε η μνήμη: με λάσπη στα πόδια, με ιδρώτα στα μέτωπα, με εκείνο το χαμόγελο που γεννιέται μόνο όταν κάποιος πιστεύει πως, έστω για μια ανάσα, είναι ελεύθερος. Τώρα τα σώματά τους ήταν καρφωμένα, ακίνητα, παραδομένα στον ήλιο και στα πουλιά. Κι εκείνος περπατούσε. Ανέπνεε. Ζούσε.
«Έκανα σωστά;»
Η ερώτηση δεν ειπώθηκε δυνατά. Δεν είχε αποδέκτη. Ήταν σαν πέτρα που έπεφτε μέσα του και δεν έβρισκε πυθμένα.
Θυμήθηκε τη στιγμή που προχώρησε αντί να γυρίσει πίσω. Τη σχισμή στον κλοιό. Την αναπνοή της ευκαιρίας. Τότε το είχε νιώσει καθαρά: αν έμενε, θα πέθαινε όπως όλοι. Αν έφευγε, ίσως κάτι θα σωζόταν — αν όχι ο στρατός, τότε η ιδέα. Τώρα όμως, μπροστά στον δρόμο των σταυρών, η ιδέα έμοιαζε φτωχή παρηγοριά.
Δεν τον βάραινε ο φόβος.
Τον βάραινε η ζωή.
Γιατί κάθε του βήμα ήταν ένα «εγώ», και κάθε σταυρός ένα «εσύ». Κάθε ανάσα του ήταν μια υπενθύμιση ότι εκείνος είχε ακόμη πνευμόνια, ενώ οι άλλοι είχαν μόνο σιωπή. Η ελευθερία που είχε ονειρευτεί για όλους είχε χωρέσει τελικά μόνο σε έναν.
Και τότε κατάλαβε το πιο σκληρό μάθημα:
ότι η επιβίωση δεν είναι νίκη. Είναι χρέος.
Δεν μπορούσε να τους φέρει πίσω.
Δεν μπορούσε να σβήσει τον δρόμο.
Μπορούσε όμως να κουβαλήσει το βάρος τους — όχι σαν τρόπαιο, αλλά σαν πληγή που δεν κλείνει.
«Συγχωρέστε με», ψιθύρισε.
Όχι γιατί έζησε.
Αλλά γιατί έπρεπε να μάθει να ζει μετά.
Και από εκείνη τη νύχτα, κάθε φορά που περπατούσε μόνος, δεν περπατούσε για να σωθεί. Περπατούσε για να θυμάται. Για να μην γίνει ποτέ ελαφρύς. Για να μην του επιτραπεί ποτέ η λήθη.
Γιατί οι σταυρωμένοι δεν ζητούσαν εκδίκηση.
Ζητούσαν μνήμη.
Κι εκείνος, ζωντανός ανάμεσά τους, κατάλαβε πως η πιο σκληρή μορφή δεσμών δεν είναι το σίδερο —
είναι να συνεχίζεις να αναπνέεις,
κουβαλώντας όσους δεν μπορούν πια.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου