Το τελευταίο βράδυ δεν έμοιαζε με αποχαιρετισμό.
Έμοιαζε με παύση.
Η φωτιά έκαιγε χαμηλά, σαν να φοβόταν να υψωθεί. Ο Σπάρτακος καθόταν ακίνητος, χαράζοντας αφηρημένα το χώμα με την άκρη του μαχαιριού του. Απέναντί του, ο Γάννικος είχε απλώσει τα πόδια, το σώμα χαλαρό, σχεδόν προκλητικά ήρεμο — σαν άνθρωπος που είχε ήδη αποφασίσει.
«Δεν θα φύγω αύριο», είπε ο Γάννικος, χωρίς να τον κοιτάξει.
Ο Σπάρτακος δεν σήκωσε το κεφάλι.
«Κανείς δεν φεύγει αύριο.»
Ο Γάννικος χαμογέλασε. Όχι ειρωνικά. Σαν κάποιος που αναγνωρίζει μια ευγένεια, αλλά δεν την αποδέχεται.
«Εσύ θα προσπαθήσεις. Κι αυτό είναι σωστό. Κάποιος πρέπει να κουβαλήσει την ιστορία. Εγώ… δεν ήμουν ποτέ καλός σ’ αυτό.»
Έριξε λίγο κρασί στη φωτιά. Οι φλόγες αναστέναξαν.
«Ξέρεις τι φοβάμαι; Όχι τον θάνατο. Φοβάμαι μήπως αύριο δεν γελάσω. Κι αν δεν γελάσω, θα σημαίνει ότι έχασα πριν πεθάνω.»
Ο Σπάρτακος τον κοίταξε τότε.
Στο φως της φωτιάς, το πρόσωπο του Γάννικου έμοιαζε ήδη μακρινό — σαν να είχε αρχίσει να αποσύρεται από τον κόσμο των ζωντανών.
«Αν φύγεις», είπε ο Σπάρτακος χαμηλά,
«θα μείνω μόνος.»Ο Γάννικος σήκωσε τους ώμους.
«Ήσουν πάντα μόνος. Απλώς δεν το ήξερες.»
Σηκώθηκε, πήρε το ξίφος του και το κάρφωσε στο χώμα ανάμεσά τους.
«Αύριο, όταν τους κρατήσω απασχολημένους, μην κοιτάξεις πίσω. Αν κοιτάξεις, θα χάσεις και μένα και τον δρόμο σου.»
Η νύχτα κύλησε χωρίς άλλα λόγια. Δύο άντρες, δυο φωτιές που έκαιγαν αλλιώς.
Το τέλος του Γάννικου ήρθε με τον ήλιο.
Δεν φώναξε.
Δεν υποχώρησε.
Μπήκε στη μάχη σαν να έμπαινε σε γιορτή που είχε καθυστερήσει χρόνια. Χτύπησε, τραυματίστηκε, ξαναχτύπησε. Γέλασε όταν το αίμα του έβαψε το χώμα — όχι από τρέλα, αλλά από αναγνώριση. Ήταν εκεί που έπρεπε.
Όταν έπεσε, δεν ζήτησε έλεος.
Κοίταξε μόνο για μια στιγμή προς τον λόφο, εκεί όπου ήξερε πως ο Σπάρτακος θα περνούσε ή θα χανόταν. Και τότε έκλεισε τα μάτια, σαν άνθρωπος που κρατά τον λόγο του.
Ο Σπάρτακος δεν είδε το τέλος.
Το ένιωσε.
Σαν κόψιμο στον αέρα.
Σαν να έσβησε μια φωτιά που δεν θα άναβε ποτέ ξανά.
Και κατάλαβε τότε πως ο Γάννικος δεν πέθανε για τη νίκη.
Πέθανε για να υπάρξει δρόμος.
Για να μπορεί κάποιος άλλος να συνεχίσει — κουβαλώντας όχι μόνο την ήττα, αλλά και το γέλιο ενός ανθρώπου που διάλεξε πώς θα τελειώσει.
Από εκείνη τη μέρα, ο Σπάρτακος δεν φοβήθηκε ξανά τον θάνατο.
Φοβήθηκε μόνο μήπως ξεχάσει.
Κι όσο θυμόταν τον Γάννικο —
τη φωτιά, το κρασί, το χαμόγελο μέσα στη νύχτα —
ήξερε πως η επανάσταση δεν μετριέται από το τέλος της,
αλλά από το πώς στέκεται κανείς, το τελευταίο του βράδυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου