Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Σπάρτακος, το τέλος του Κρίξου





Ο Κρίξος δεν έφυγε τη νύχτα.

Δεν κρύφτηκε.
Δεν περίμενε σημάδι.

Πίστευε πως κάποια πράγματα πρέπει να τελειώνουν όρθια.

Το πρωί της τελευταίας του μάχης, ο ήλιος ανέβαινε αργά, σχεδόν ντροπαλά, πάνω από το πεδίο. Οι άντρες του — Γαλάτες, Γερμανοί, δούλοι που είχαν μάθει να κρατούν όπλο με οργή και ελπίδα μαζί — τον κοιτούσαν χωρίς να μιλούν. Ήξεραν. Κι εκείνος ήξερε ότι το ήξεραν.

Δεν τους μίλησε για ελευθερία.
Δεν τους μίλησε για το αύριο.

«Σήμερα», είπε μόνο, «δεν πολεμάμε για να φύγουμε. Πολεμάμε για να μας θυμούνται σωστά.»

Ήταν διαφορετικός από τον Σπάρτακο.
Ο Σπάρτακος κοίταζε τον δρόμο.
Ο Κρίξος κοίταζε τον εχθρό.

Κι όμως — λίγο πριν δοθεί το σύνθημα, εκείνη η διαφορά τον τρύπησε σαν αγκάθι.

Θυμήθηκε τη στιγμή του χωρισμού. Όχι σαν καβγά, αλλά σαν σιωπή. Δυο άντρες που είχαν μάθει να μάχονται πλάι πλάι και ξαφνικά διάλεγαν διαφορετική κατεύθυνση, ο καθένας σίγουρος πως κρατά τη σωστή. Τότε ο Κρίξος είχε πει μέσα του πως η δύναμη δεν μοιράζεται. Πως η φωτιά πρέπει να χτυπά κατά μέτωπο.

Τώρα, με τις λεγεώνες να πλησιάζουν, αναρωτήθηκε — για μια μόνο ανάσα:
κι αν η φωτιά χρειάζεται και δρόμο;
Κι αν το να μείνεις δεν είναι πάντα πιο γενναίο από το να φύγεις;

Η αμφιβολία δεν τον έκανε να λυγίσει. Τον έκανε πιο βαρύ.

Όρμησε.

Το σώμα του ήταν ήδη σημαδεμένο από παλιές μάχες — ουλές που δεν είχαν προλάβει να γίνουν μνήμη. Το ξίφος του κατέβαινε βαρύ, όχι γρήγορο, αλλά αμείλικτο. Δεν πολεμούσε για να ζήσει. Πολεμούσε για να εξαντλήσει κάθε σταγόνα από αυτό που του είχαν στερήσει.

Έπεσε ένας.
Έπεσε δεύτερος.
Έπεσε τρίτος.

Και μετά άρχισαν να πέφτουν γύρω του.

Τον περικύκλωσαν. Όχι γιατί φοβήθηκαν — αλλά γιατί κατάλαβαν πως αν έμενε όρθιος, θα έπρεπε να τον θυμούνται. Κι η Ρώμη δεν ήθελε μνήμη. Ήθελε παράδειγμα.

Όταν το δόρυ τον βρήκε στο πλευρό, γονάτισε για μια στιγμή. Όχι από πόνο. Από εκείνο το ξαφνικό βάρος που νιώθει κανείς όταν το σώμα δεν υπακούει πια — κι ο νους αρχίζει να μετρά αλλιώς.

Σήκωσε το κεφάλι.
Και τότε, μέσα στον θόρυβο, είδε κάτι που δεν ήταν εκεί: τον Σπάρτακο να απομακρύνεται, όχι από δειλία, αλλά από ανάγκη. Είδε τον δρόμο που ο ίδιος είχε αρνηθεί. Κι αναρωτήθηκε αν η ιστορία χρειάζεται πάντα κάποιον να μένει πίσω για να μπορεί κάποιος άλλος να συνεχίζει.

Δεν φώναξε.
Δεν ικέτεψε.

Απλώς δέχτηκε ότι ίσως δεν υπάρχουν σωστές επιλογές — μόνο επιλογές που πληρώνονται ολόκληρες.

Έπεσε.

Και με την πτώση του, κάτι έσπασε. Όχι στο χώμα — στους ανθρώπους. Οι δικοί του πολέμησαν λυσσασμένα για λίγες ανάσες ακόμη, όχι για να νικήσουν, αλλά για να μη χαθεί το βλέμμα του καθώς σωριαζόταν.

Ο Σπάρτακος δεν ήταν εκεί.
Κι αυτή τη φορά, ο Κρίξος το σκέφτηκε αλλιώς.

Ίσως κάποιος έπρεπε να φύγει.
Ίσως κάποιος έπρεπε να μείνει.
Ίσως η επανάσταση να μην ήταν ποτέ ένα σώμα, αλλά δύο κατευθύνσεις που πληγώνουν η μία την άλλη.

Κι αν έκανε λάθος;
Η σκέψη δεν τον τρόμαξε.

Γιατί έφυγε από τον κόσμο όπως έζησε:
κρατώντας τη γραμμή,
γνωρίζοντας πια πως το θάρρος δεν είναι να έχεις πάντα δίκιο —
αλλά να στέκεσαι, ακόμα κι όταν η αμφιβολία περνά σαν σκιά από μέσα σου.

Και κάπου μακριά, στον δρόμο που δεν διάλεξε, η μνήμη του θα περπατούσε μαζί με εκείνον που έφυγε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου