Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Δύο τοις εκατό - κριτική βιβλίου




Το «Δύο τοις εκατό» είναι από εκείνα τα αστυνομικά μυθιστορήματα που δεν προσπαθούν να σε πλακώσουν με το σκοτάδι τους. Αντίθετα, επιλέγουν έναν πιο ανάλαφρο δρόμο, χωρίς όμως να θυσιάζουν ούτε το μυστήριο ούτε την αγωνία. 

Η Σιβύλλα Αργυροπούλου στήνει μια ιστορία που διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, με μικρά κεφάλαια, συνεχείς εναλλαγές, υπόπτους που μπαίνουν και βγαίνουν από το κάδρο και αρκετές ανατροπές ώστε ο αναγνώστης να θέλει διαρκώς να πάει λίγο παρακάτω. Ένα από τα στοιχεία που ξεχώρισα είναι το χιούμορ. Δεν πρόκειται για ένα καθαρόαιμο κωμικό αστυνομικό, αλλά το χιούμορ βρίσκεται σχεδόν παντού: στις ατάκες, στις σχέσεις των ηρώων, στις μικρές κόντρες, στις ζήλιες, στις αμηχανίες και κυρίως στον τρόπο με τον οποίο οι χαρακτήρες αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον. Ο Μπάμπης, η Νικολέτα, ο Δημήτρης, ο Θάνος και η Ρόζα δημιουργούν μια παρέα που πολλές φορές θυμίζει περισσότερο ανθρώπους που γνωρίζονται χρόνια και πειράζονται μεταξύ τους παρά τους «βοηθούς» μιας αστυνομικής έρευνας. 

Αυτό δίνει στο βιβλίο μια ζεστασιά και το εμποδίζει να γίνει βαρύ ακόμη κι όταν στο κέντρο της ιστορίας υπάρχει ένας φόνος. Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του: είναι ανάλαφρο και αγωνιώδες ταυτόχρονα. Η δολοφονία της κυρίας Λυμπεροπούλου αποτελεί τον βασικό άξονα, οι υποψίες μετακινούνται από πρόσωπο σε πρόσωπο και διάφορα μικρά στοιχεία αποκτούν σταδιακά μεγαλύτερη σημασία. Υπάρχουν απειλές, παρακολουθήσεις, κρυμμένες σχέσεις, οικογενειακά μυστικά και άνθρωποι που δεν είναι ακριβώς αυτό που αρχικά φαίνονται. Παρ’ όλα αυτά, το μυθιστόρημα δεν χάνει ποτέ την ελαφρότητά του. Δεν επιδιώκει να σοκάρει με τη βία· περισσότερο θέλει να βάλει τον αναγνώστη στο παιχνίδι της αναζήτησης του ενόχου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η έννοια της γειτονιάς. Το Κουκάκι δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο. Τα σπίτια, τα μικρά μαγαζιά, οι δρόμοι, οι γνωριμίες μεταξύ των κατοίκων, οι πληροφορίες που περνούν από στόμα σε στόμα δημιουργούν την αίσθηση μιας παλιότερης Αθήνας, μιας πόλης στην οποία η γειτονιά είχε ακόμη μνήμη. Όλοι ήξεραν περίπου ποιος μένει πού, ποιος πέρασε, ποιος νοίκιασε ένα σπίτι, ποιος εμφανίστηκε ξαφνικά. 

Αυτή η Αθήνα όμως μοιάζει να υποχωρεί. Και αυτό το στοιχείο έχει μια γλυκόπικρη διάσταση. Μέσα από τη μεσιτική δραστηριότητα, τις πωλήσεις ακινήτων, τους νέους ιδιοκτήτες, τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και τη διαρκή μεταβολή της περιοχής, βλέπουμε ένα Κουκάκι που αλλάζει ταυτότητα. Η παλιά γειτονιά, με τις σταθερές ανθρώπινες σχέσεις και τους ανθρώπους που γνώριζαν ο ένας τη ζωή του άλλου, παραχωρεί σταδιακά τη θέση της σε μια περισσότερο απρόσωπη Αθήνα. Χωρίς να γίνεται κοινωνικό δοκίμιο, το βιβλίο αφήνει αυτή την αίσθηση να περάσει στο παρασκήνιο της ιστορίας και κατά τη γνώμη μου του προσθέτει βάθος. Παράλληλα, ο κόσμος των μεσιτικών γραφείων αποτελεί μια αρκετά πρωτότυπη βάση για αστυνομική ιστορία. Ραντεβού, ιδιοκτήτες, κληρονομιές, αγοραστές, προμήθειες, σπίτια που ανοίγουν σε αγνώστους και άνθρωποι που μπαίνουν καθημερινά σε ξένους ιδιωτικούς χώρους προσφέρουν από μόνοι τους υλικό για μυστήριο. Ακόμη και ο τίτλος, το «Δύο τοις εκατό», ξεκινά ως μια χαρακτηριστική αναφορά στη μεσιτική αμοιβή και σταδιακά αποκτά μεγαλύτερη σημασία μέσα στην ιστορία και στις σχέσεις των ηρώων. 

Οι χαρακτήρες δεν παρουσιάζονται ως υπερήρωες της αστυνομικής λογοτεχνίας. Έχουν ζήλιες, ανασφάλειες, έρωτες, επαγγελματικά προβλήματα, παρεξηγήσεις και αδυναμίες. Και ίσως γι’ αυτό τελικά γίνονται συμπαθείς. Ιδίως οι προσωπικές ιστορίες που κινούνται παράλληλα με το μυστήριο δίνουν την απαραίτητη ανάσα ανάμεσα στα στοιχεία της έρευνας και κάνουν το βιβλίο να μοιάζει περισσότερο με ιστορία ανθρώπων μέσα σε μια γειτονιά παρά απλώς με ένα «ποιος το έκανε». Συνολικά, το «Δύο τοις εκατό» είναι ένα ευχάριστο, γρήγορο και ιδιαίτερα συμπαθητικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Έχει χιούμορ, αγωνία, έρωτες, οικογενειακά μυστικά και μια Αθήνα που αλλάζει μπροστά στα μάτια των ηρώων της. Δεν φιλοδοξεί να γίνει ένα σκοτεινό, βαρύ νουάρ και αυτό τελικά λειτουργεί υπέρ του. Είναι από εκείνα τα βιβλία που σε κάνουν να θέλεις να διαβάσεις «ακόμη ένα κεφάλαιο» και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, έχεις φτάσει στο τέλος. 


Και πίσω από το μυστήριο μένει τελικά κάτι ακόμη: η αίσθηση μιας γειτονιάς που προσπαθεί να κρατήσει τους ανθρώπους της κοντά, την ώρα που η ίδια η πόλη γύρω τους αλλάζει και η παλιά Αθήνα χάνεται λίγο λίγο. Αυτό, για μένα, είναι ίσως το πιο όμορφο υπόστρωμα  και ας μου επιτραπεί έκφραση η γλυκάδα του βιβλίου.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Σπάρτακος, το τέλος του Κρίξου


Ο Κρίξος δεν έφυγε τη νύχτα.Δεν κρύφτηκε.Δεν περίμενε σημάδι. Πίστευε πως κάποια πράγματα πρέπει να τελειώνουν όρθια. Το πρωί της τελευταίας του μάχης, ο ήλιος ανέβαινε αργά, σχεδόν ντροπαλά, πάνω από το πεδίο. Οι άντρες του Γαλάτες, Γερμανοί, δούλοι που είχαν μάθει να κρατούν όπλο με οργή και ελπίδα μαζί τον κοιτούσαν χωρίς να μιλούν. Ήξεραν. Κι εκείνος ήξερε ότι το ήξεραν. Δεν τους μίλησε για ελευθερία.Δεν τους μίλησε για το αύριο. 
«Σήμερα», είπε μόνο, «δεν πολεμάμε για να φύγουμε. 

Πολεμάμε για να μας θυμούνται σωστά.» 

Ήταν διαφορετικός από τον Σπάρτακο.Ο Σπάρτακος κοίταζε τον δρόμο.Ο Κρίξος κοίταζε τον εχθρό. Κι όμως  λίγο πριν δοθεί το σύνθημα, εκείνη η διαφορά τον τρύπησε σαν αγκάθι. Θυμήθηκε τη στιγμή του χωρισμού. Όχι σαν καβγά, αλλά σαν σιωπή. Δυο άντρες που είχαν μάθει να μάχονται πλάι πλάι και ξαφνικά διάλεγαν διαφορετική κατεύθυνση, ο καθένας σίγουρος πως κρατά τη σωστή. Τότε ο Κρίξος είχε πει μέσα του πως η δύναμη δεν μοιράζεται. Πως η φωτιά πρέπει να χτυπά κατά μέτωπο. 

Τώρα, με τις λεγεώνες να πλησιάζουν, αναρωτήθηκε για μια μόνο ανάσα:κι αν η φωτιά χρειάζεται και δρόμο;Κι αν το να μείνεις δεν είναι πάντα πιο γενναίο από το να φύγεις; Η αμφιβολία δεν τον έκανε να λυγίσει. Τον έκανε πιο βαρύ. Όρμησε. Το σώμα του ήταν ήδη σημαδεμένο από παλιές μάχες ουλές που δεν είχαν προλάβει να γίνουν μνήμη. Το ξίφος του κατέβαινε βαρύ, όχι γρήγορο, αλλά αμείλικτο. Δεν πολεμούσε για να ζήσει. Πολεμούσε για να εξαντλήσει κάθε σταγόνα από αυτό που του είχαν στερήσει. Έπεσε ένας.Έπεσε δεύτερος.Έπεσε τρίτος. Και μετά άρχισαν να πέφτουν γύρω του. Τον περικύκλωσαν. Όχι γιατί φοβήθηκαν — αλλά γιατί κατάλαβαν πως αν έμενε όρθιος, θα έπρεπε να τον θυμούνται. Κι η Ρώμη δεν ήθελε μνήμη. Ήθελε παράδειγμα. Όταν το δόρυ τον βρήκε στο πλευρό, γονάτισε για μια στιγμή. Όχι από πόνο. Από εκείνο το ξαφνικό βάρος που νιώθει κανείς όταν το σώμα δεν υπακούει πια  κι ο νους αρχίζει να μετρά αλλιώς. Σήκωσε το κεφάλι.Και τότε, μέσα στον θόρυβο, είδε κάτι που δεν ήταν εκεί: τον Σπάρτακο να απομακρύνεται, όχι από δειλία, αλλά από ανάγκη. Είδε τον δρόμο που ο ίδιος είχε αρνηθεί. Κι αναρωτήθηκε αν η ιστορία χρειάζεται πάντα κάποιον να μένει πίσω για να μπορεί κάποιος άλλος να συνεχίζει. Δεν φώναξε.Δεν ικέτεψε. Απλώς δέχτηκε ότι ίσως δεν υπάρχουν σωστές επιλογές  μόνο επιλογές που πληρώνονται ολόκληρες. Έπεσε. Και με την πτώση του, κάτι έσπασε. 

Όχι στο χώμα  στους ανθρώπους. Οι δικοί του πολέμησαν λυσσασμένα για λίγες ανάσες ακόμη, όχι για να νικήσουν, αλλά για να μη χαθεί το βλέμμα του καθώς σωριαζόταν. Ο Σπάρτακος δεν ήταν εκεί.Κι αυτή τη φορά, ο Κρίξος το σκέφτηκε αλλιώς. Ίσως κάποιος έπρεπε να φύγει.Ίσως κάποιος έπρεπε να μείνει.Ίσως η επανάσταση να μην ήταν ποτέ ένα σώμα, αλλά δύο κατευθύνσεις που πληγώνουν η μία την άλλη. Κι αν έκανε λάθος;Η σκέψη δεν τον τρόμαξε. Γιατί έφυγε από τον κόσμο όπως έζησε:κρατώντας τη γραμμή,γνωρίζοντας πια πως το θάρρος δεν είναι να έχεις πάντα δίκιο αλλά να στέκεσαι, ακόμα κι όταν η αμφιβολία περνά σαν σκιά από μέσα σου. Και κάπου μακριά, στον δρόμο που δεν διάλεξε, η μνήμη του θα περπατούσε μαζί με εκείνον που έφυγε.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Σπάρτακος, το τελος του Γάννικου


Το τελευταίο βράδυ δεν έμοιαζε με αποχαιρετισμό.
Έμοιαζε με παύση.Η φωτιά έκαιγε χαμηλά, σαν να φοβόταν να υψωθεί. Ο Σπάρτακος καθόταν ακίνητος, χαράζοντας αφηρημένα το χώμα με την άκρη του μαχαιριού του. Απέναντί του, ο Γάννικος είχε απλώσει τα πόδια, το σώμα χαλαρό, σχεδόν προκλητικά ήρεμο  σαν άνθρωπος που είχε ήδη αποφασίσει.«Δεν θα φύγω αύριο», είπε ο Γάννικος, χωρίς να τον κοιτάξει.Ο Σπάρτακος δεν σήκωσε το κεφάλι.

«Κανείς δεν φεύγει αύριο.» Ο Γάννικος χαμογέλασε. Όχι ειρωνικά. Σαν κάποιος που αναγνωρίζει μια ευγένεια, αλλά δεν την αποδέχεται.

«Εσύ θα προσπαθήσεις. Κι αυτό είναι σωστό. Κάποιος πρέπει να κουβαλήσει την ιστορία. Εγώ δεν ήμουν ποτέ καλός σ’ αυτό.»Έριξε λίγο κρασί στη φωτιά. Οι φλόγες αναστέναξαν.

«Ξέρεις τι φοβάμαι; Όχι τον θάνατο. Φοβάμαι μήπως αύριο δεν γελάσω. Κι αν δεν γελάσω, θα σημαίνει ότι έχασα πριν πεθάνω.»Ο Σπάρτακος τον κοίταξε τότε. Στο φως της φωτιάς, το πρόσωπο του Γάννικου έμοιαζε ήδη μακρινό σαν να είχε αρχίσει να αποσύρεται από τον κόσμο των ζωντανών.

«Αν φύγεις», είπε ο Σπάρτακος χαμηλά,«θα μείνω μόνος.»Ο Γάννικος σήκωσε τους ώμους.
«Ήσουν πάντα μόνος. Απλώς δεν το ήξερες.»Σηκώθηκε, πήρε το ξίφος του και το κάρφωσε στο χώμα ανάμεσά τους.
«Αύριο, όταν τους κρατήσω απασχολημένους, μην κοιτάξεις πίσω. Αν κοιτάξεις, θα χάσεις και μένα και τον δρόμο σου.»Η νύχτα κύλησε χωρίς άλλα λόγια. Δύο άντρες, δυο φωτιές που έκαιγαν αλλιώς. Το τέλος του Γάννικου ήρθε με τον ήλιο.Δεν φώναξε. Δεν υποχώρησε. Μπήκε στη μάχη σαν να έμπαινε σε γιορτή που είχε καθυστερήσει χρόνια. Χτύπησε, τραυματίστηκε, ξαναχτύπησε. Γέλασε όταν το αίμα του έβαψε το χώμα  όχι από τρέλα, αλλά από αναγνώριση. 

Ήταν εκεί που έπρεπε.Όταν έπεσε, δεν ζήτησε έλεος.Κοίταξε μόνο για μια στιγμή προς τον λόφο, εκεί όπου ήξερε πως ο Σπάρτακος θα περνούσε ή θα χανόταν. Και τότε έκλεισε τα μάτια, σαν άνθρωπος που κρατά τον λόγο του.Ο Σπάρτακος δεν είδε το τέλος.Το ένιωσε.Σαν κόψιμο στον αέρα.Σαν να έσβησε μια φωτιά που δεν θα άναβε ποτέ ξανά.Και κατάλαβε τότε πως ο Γάννικος δεν πέθανε για τη νίκη.Πέθανε για να υπάρξει δρόμος. Για να μπορεί κάποιος άλλος να συνεχίσει κουβαλώντας όχι μόνο την ήττα, αλλά και το γέλιο ενός ανθρώπου που διάλεξε πώς θα τελειώσει.Από εκείνη τη μέρα, ο Σπάρτακος δεν φοβήθηκε ξανά τον θάνατο.Φοβήθηκε μόνο μήπως ξεχάσει. Κι όσο θυμόταν τον Γάννικο τη φωτιά, το κρασί, το χαμόγελο μέσα στη νύχτα ήξερε πως η επανάσταση δεν μετριέται από το τέλος της,αλλά από το πώς στέκεται κανείς, το τελευταίο του βράδυ.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Η λάθος Ρενέ




Τη σκότωσαν γιατί ήταν η λάθος Ρενέ.

Όχι γιατί έκανε κάτι.
Όχι γιατί απείλησε.
Αλλά γιατί υπήρξε.

Τη λέγαν Ρενέ, κι αυτό αρκούσε για να χωρέσει πάνω της όλο το μίσος που περίσσευε. Ένα όνομα εύθραυστο, σχεδόν ποιητικό, ριγμένο μέσα σε έναν κόσμο που είχε αποφασίσει πως η ποίηση είναι ύποπτη. Πως η ευαισθησία είναι αδυναμία.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Σπάρτακος οι τύψεις




Το έμαθε από στόμα ξένο.

Όχι από κραυγή, όχι από θρήνο  από μια ψυχρή φράση που ειπώθηκε σαν να μιλούσε κανείς για τον καιρό.

Σταυρώθηκαν.
Όσοι έμειναν ζωντανοί μετά την τελευταία μάχη,