Τη σκότωσαν γιατί ήταν η λάθος Ρενέ.
Όχι γιατί έκανε κάτι.
Όχι γιατί απείλησε.
Αλλά γιατί υπήρξε.
Τη λέγαν Ρενέ, κι αυτό αρκούσε για να χωρέσει πάνω της όλο το μίσος που περίσσευε. Ένα όνομα εύθραυστο, σχεδόν ποιητικό, ριγμένο μέσα σε έναν κόσμο που είχε αποφασίσει πως η ποίηση είναι ύποπτη. Πως η ευαισθησία είναι αδυναμία. Πως ό,τι δεν φωνάζει «πατρίδα» με σφιγμένα δόντια, πρέπει να σωπάσει για πάντα.
Δεν την πυροβόλησαν μόνο οι κακούργοι.
Την πυροβόλησε πρώτα μια κοινωνία που έμαθε να χειροκροτά το μίσος.
Που έμαθε να γελά όταν ο ισχυρός δείχνει τον «λάθος» άνθρωπο με το δάχτυλο.
Που συνήθισε τον λόγο του αφεντικού, του δημαγωγού, του τηλεοπτικού σωτήρα, να στάζει αίμα – και το βάφτισε «ελευθερία λόγου».
Η Ρενέ δεν ήταν σύμβολο.
Την κάναμε σύμβολο μετά, για να αντέξουμε την ενοχή μας.
Ήταν σώμα. Ήταν ανάσα. Ήταν μια καθημερινότητα που δεν πρόλαβε να γεράσει. Ένα πρωινό που δεν ολοκληρώθηκε. Ένα βλέμμα που δεν γύρισε ποτέ ξανά πίσω. Κι όμως, αυτοί που την σκότωσαν θα πουν πως δεν έφταιγαν. Πως «έτσι είναι τα πράγματα». Πως «κάποιοι προκαλούν».
Εδώ αρχίζει ο φασισμός.
Όχι στο όπλο. Στη δικαιολογία.
Όταν ο φόνος βαφτίζεται «ατύχημα της εποχής».
Όταν το θύμα γίνεται «λάθος επιλογή».
Όταν η κοινωνία ψάχνει τι φορούσε, τι είπε, πού στάθηκε, αντί να κοιτάξει ποιος όπλισε το χέρι και –κυρίως– ποιος όπλισε το μυαλό.
Η Ρενέ πέθανε για να ζήσουν άνετα τα ψέματα.
Πέθανε για να μη χαλάσει η αφήγηση ότι «όλα πάνε καλά».
Πέθανε για να μη χρειαστεί να παραδεχτούμε πως ο φασισμός δεν ήρθε με μπότες, αλλά με γραβάτα, με tweets, με συνθήματα απλά, φτηνά και θανατηφόρα.
Κι έτσι ρωτάμε, δήθεν απορημένοι:
πώς στο διάολο εκφασίστηκε έτσι η κοινωνία;
Μα δεν έγινε ξαφνικά.
Έγινε σιγά.
Με κάθε σιωπή.
Με κάθε «δεν με αφορά».
Με κάθε γέλιο όταν πονούσε ο άλλος.
Η Ρενέ ήταν η λάθος Ρενέ.
Και αυτό είναι το πιο τρομακτικό απ’ όλα:
πως αύριο, η λάθος Ρενέ μπορεί να έχει το δικό σου όνομα.
Όχι γιατί έκανε κάτι.
Όχι γιατί απείλησε.
Αλλά γιατί υπήρξε.
Τη λέγαν Ρενέ, κι αυτό αρκούσε για να χωρέσει πάνω της όλο το μίσος που περίσσευε. Ένα όνομα εύθραυστο, σχεδόν ποιητικό, ριγμένο μέσα σε έναν κόσμο που είχε αποφασίσει πως η ποίηση είναι ύποπτη. Πως η ευαισθησία είναι αδυναμία. Πως ό,τι δεν φωνάζει «πατρίδα» με σφιγμένα δόντια, πρέπει να σωπάσει για πάντα.
Δεν την πυροβόλησαν μόνο οι κακούργοι.
Την πυροβόλησε πρώτα μια κοινωνία που έμαθε να χειροκροτά το μίσος.
Που έμαθε να γελά όταν ο ισχυρός δείχνει τον «λάθος» άνθρωπο με το δάχτυλο.
Που συνήθισε τον λόγο του αφεντικού, του δημαγωγού, του τηλεοπτικού σωτήρα, να στάζει αίμα – και το βάφτισε «ελευθερία λόγου».
Η Ρενέ δεν ήταν σύμβολο.
Την κάναμε σύμβολο μετά, για να αντέξουμε την ενοχή μας.
Ήταν σώμα. Ήταν ανάσα. Ήταν μια καθημερινότητα που δεν πρόλαβε να γεράσει. Ένα πρωινό που δεν ολοκληρώθηκε. Ένα βλέμμα που δεν γύρισε ποτέ ξανά πίσω. Κι όμως, αυτοί που την σκότωσαν θα πουν πως δεν έφταιγαν. Πως «έτσι είναι τα πράγματα». Πως «κάποιοι προκαλούν».
Εδώ αρχίζει ο φασισμός.
Όχι στο όπλο. Στη δικαιολογία.
Όταν ο φόνος βαφτίζεται «ατύχημα της εποχής».
Όταν το θύμα γίνεται «λάθος επιλογή».
Όταν η κοινωνία ψάχνει τι φορούσε, τι είπε, πού στάθηκε, αντί να κοιτάξει ποιος όπλισε το χέρι και –κυρίως– ποιος όπλισε το μυαλό.
Η Ρενέ πέθανε για να ζήσουν άνετα τα ψέματα.
Πέθανε για να μη χαλάσει η αφήγηση ότι «όλα πάνε καλά».
Πέθανε για να μη χρειαστεί να παραδεχτούμε πως ο φασισμός δεν ήρθε με μπότες, αλλά με γραβάτα, με tweets, με συνθήματα απλά, φτηνά και θανατηφόρα.
Κι έτσι ρωτάμε, δήθεν απορημένοι:
πώς στο διάολο εκφασίστηκε έτσι η κοινωνία;
Μα δεν έγινε ξαφνικά.
Έγινε σιγά.
Με κάθε σιωπή.
Με κάθε «δεν με αφορά».
Με κάθε γέλιο όταν πονούσε ο άλλος.
Η Ρενέ ήταν η λάθος Ρενέ.
Και αυτό είναι το πιο τρομακτικό απ’ όλα:
πως αύριο, η λάθος Ρενέ μπορεί να έχει το δικό σου όνομα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου