Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Το άγνωστο τέλος και η αρχή του Σπάρτακου



O ουρανός μύριζε σίδερο και αίμα.Η τελευταία μάχη είχε ανάψει σαν πυρετός, κι ο Σπάρτακος ήταν εκεί, μπροστά, ο ίδιος ένας ζωντανός φάρος μέσα στο χάος. Χτύπησε έναν λεγεωνάριο, μετά άλλον, μετά έναν τρίτο.Το πρόσωπό του δεν έδειχνε μανία· μόνο πείσμα. Το πείσμα ενός ανθρώπου που ακόμα πίστευε ότι η ελευθερία δεν είναι όνειρο, αλλά κατεύθυνση.Και τότε το είδε.Μια σχισμή στον κλοιό.Μια στιγμή όπου οι λεγεώνες του Κράσσου είχαν ανοίξει για να μεταφέρουν έναν τραυματία αξιωματικό.Μια αναπνοή ευκαιρίας.

«Σπάρτακε, πίσω!» φώναξε ένας απο τους Γαλάτες που λίγοι είχαν απομείνει από το σώμα του Γάννικου.Αλλά ο Σπάρτακος δεν έκανε πίσω. Προχώρησε.Διείσδυσε μέσα στη ρωμαϊκή παράταξη όχι σαν στρατηγός, αλλά σαν σκιά.Έριξε τη θώρακα, πέταξε τη σημαία που κουβαλούσε, έμεινε μόνο με ένα μαχαίρι στο χέρι  οι Ρωμαίοι αναζητούσαν έναν ηγεμόναόχι έναν κουρασμένο, ματωμένο μονομάχο.Ένας εκατόνταρχος τον είδε.

Για μια στιγμή τα μάτια τους συναντήθηκαν.Εκείνη η ματιά θα ήταν ο θάνατός του  αλλά ένας δούλος, κάποτε οικιακός του εκατόνταρχου, χτύπησε τον Ρωμαίο στην πλάτη.Ήταν σαν να τον φύλαγε η ίδια η μοίρα.Ο Σπάρτακος πέρασε.Έτρεξε, πληγωμένος, σχεδόν τυφλωμένος από τον καπνό, μέχρι που βρέθηκε στα δάση του Σάμνιου. Εκεί κατέρρευσε.Τον βρήκαν ύστερα από μέρες κάποιοι Ισπανοί έμποροι, που δεν ήξεραν ποιος είναι.Ένας από αυτούς τον ρώτησε το όνομά του.Ο Σπάρτακος τον κοίταξε για λίγο, σαν να θυμόταν για πρώτη φορά τι θα πει να είσαι άνθρωπος κι όχι σύμβολο.«Δεν έχω όνομα», είπε. 

«Μόνο δρόμο».Τον πήραν μαζί τους, του έδεσαν τις πληγές, τον βοήθησαν να σταθεί.Μήνες αργότερα, στα ψυχρά μονοπάτια των Άλπεων, ένας άντρας με ουλές και σιωπηλή ματιά πέρασε τα σύνορα της Ιταλίας.Κανείς δεν θα μάθαινε ποτέ ποιος ήταν.Κανείς δεν θα πίστευε ότι ο πιο κυνηγημένος άνθρωπος της Ρώμης περπατούσε μόνος, χωρίς δόξα, χωρίς στρατό, χωρίς ιστορία  μόνο με την ανάσα μιας χαμένης επανάστασης στην καρδιά του. Κι έτσι γεννήθηκε ο θρύλος:Ο Σπάρτακος δεν πέθανε. Έγινε σκιά. Έγινε ταξιδιώτης. Έγινε μνήμη.

Έτος 71 π.Χ., ύστερα από τη μυστική διαφυγή του Σπάρτακου από το πεδίο της μάχηςΤα βουνά της Ροδόπης υψώνονταν σαν πέτρινα κύματα.Ο Σπάρτακος, κουρασμένος, με μια βαθιά ουλή στον ώμο και ένα μάτι που δεν έκλεινε πια καλά, περπατούσε εδώ και μέρες.Δεν είχε κανένα σημάδι της παλιάς του δόξας, η αρένα έμοιαζε με μακριά κουκκίδα στον ορίζοντα, και μόνο το ακόμη πιο παλιό του παρελθόν τον ακολουθούσε: η Θράκη.Ένα βράδυ, καθώς άναψε μια μικρή φωτιά κάτω από ένα πεύκο, άκουσε βήματα.Γύρισε έτοιμος να σηκώσει το μαχαίρι του.Αλλά δεν χρειαζόταν.Τρεις άνδρες με λευκούς μανδύες, λεπτούς σαν σύννεφα, βγήκαν από το σκοτάδι.Δεν κρατούσαν όπλα.Μόνο λύρες και ένα δερμάτινο μικρό κύλινδρο.

«Δεν είσαι ξένος σ’ αυτά τα μέρη», είπε ο πρώτος.Η φωνή του θύμιζε νερό σε σπηλιά.

«Δεν έχω όνομα πια», απάντησε ο Σπάρτακος.

«Έχεις. Αλλά το έχεις θάψει. Εμείς βλέπουμε τις σκιές που κρύβουν οι άνθρωποι.»

Ο δεύτερος άνδρας κάθισε απέναντί του.Άνοιξε τον κύλινδρο: ήταν παλιό, φθαρμένο δέρμα με σημεία από ψαλμούς.

«Ορφέας, γιος της Θράκης», είπε. 

«Δάσκαλος θανάτου και επιστροφής. Μας έμαθε ότι η ψυχή είναι φυλακισμένη και ο δρόμος της λύτρωσης είναι μακρύς, γεμάτος πόνο και φωτιά. Εσύ, Σπάρτακε, είδες την άλλη πλευρά της φωτιάς.»

Ο Σπάρτακος ένιωσε μια παράξενη σιωπή να πέφτει πάνω του.Το όνομά του είχε ειπωθεί για πρώτη φορά μετά τη μάχη  κι ένιωσε τον λαιμό του να κλείνει.

«Γιατί ήρθατε;»

«Γιατί είσαι Θράκας», είπε ο τρίτος μύστης.

 «Και οι Θράκες που επέστρεψαν από τον θάνατο έχουν δρόμο να μάθουν.»

«Τι δρόμο;»Ο μύστης άγγιξε τη γη.

«Τον δρόμο του ανθρώπου που ήταν δεσμώτης και έγινε ελεύθερος μέσα του.Όχι στη Ρώμη.Όχι στην Ιταλία.Στην ίδια του την ψυχή.»

Του έδωσαν ένα κομμάτι ξύλου ένα σύμβολο καθαρμού.Του έδειξαν μονοπάτια που δεν υπήρχαν σε κανέναν χάρτη.Του μίλησαν για έναν κόσμο όπου η μάχη δεν δινόταν με σπαθί αλλά με πνεύμα.Ο Σπάρτακος τους ακολούθησε.Όχι ως πολέμαρχος.Όχι ως φυγάς.Αλλά ως Θράκας που άκουγε, ίσως για πρώτη φορά, τη μουσική του Ορφέα μέσα στο αίμα του.

Κι έτσι ο μύθος δεν πέθανε, μα πέρασε στη γη όπου γεννήθηκε ο πρώτος του σπόρος: τη Θράκη  τη χώρα των βουνών, της ελευθερίας και των Μυστηρίων.

Το χειρόγραφο της Θράκης

Τον χειμώνα του 1842, κατά τη διάρκεια καταγραφής παλαιών κωδίκων σε απομονωμένο μοναστηριακό μετόχι της ανατολικής Θράκης, εντοπίστηκε ένα μικρό δεμάτι φύλλων από κατεργασμένο δέρμα.Δεν έφερε τίτλο.Ούτε όνομα συγγραφέα.Μόνο ένα σύμβολο χαραγμένο στην πρώτη σελίδα: λύρα χωρίς χορδές.Η γραφή δεν ήταν καθαρά ελληνιστική ούτε βυζαντινή. Οι φιλόλογοι μίλησαν για μίμηση αρχαϊκού ύφους, ίσως σκόπιμα ατελή. Άλλοι είπαν πως πρόκειται για μεταγενέστερη απόδοση παλαιότερου προφορικού κειμένου  κάτι που δεν προοριζόταν ποτέ για ανάγνωση, αλλά για μετάδοση.Στο περιθώριο του πρώτου φύλλου, με διαφορετικό χέρι, υπήρχε η εξής σημείωση:

«Λέγεται ότι το κείμενο αυτό αποδίδεται στους ορφικούς της Ροδόπηςκαι ψιθυριζόταν σε μύηση ανδρών “που γύρισαν από τον θάνατο”.Ούτε η Ρώμη ούτε οι χρονικογράφοι τους τον μνημονεύουν.»

Ακολουθεί το απόσπασμα, χωρίς εισαγωγή, χωρίς επίκληση θεών:

Ὀρφικὸν Ἀπόσπασμα

Μὴ ζητᾷς τὸ ὄνομα τοῦ ἀνδρὸςποὺ ἐπέρασε τὸν θάνατο καὶ δὲν ἐστράφη πίσω.Γιατὶ ὅποιος ἐγνώρισε τὰ δεσμάκαὶ ἔκοψε τὸ σίδερο μὲ τὴν ἀνάσα του,δὲν ἀνήκει πια στὴ γῆ τῶν ἀνθρώπωνοὔτε στὴ μνήμη τῶν βασιλέων.Τὸ αἷμα του ἔγινε δρόμος,τὸ σώμα του ἔγινε σκιά,καὶ ἡ σκιά του ἔμαθε νὰ βαδίζει χωρὶς φόβο.Μὴ ρωτᾷς ποῦ ἔπεσε. 

Ἔπεσαν οἱ ἄλλοι.Αὐτὸς ἐπέρασε.Καὶ ὅταν ἀκούσεις λύρα στὸ σκοτάδικαὶ ἡ φωτιὰ δὲν καίει ἀλλὰ θυμίζει,νὰ ξέρεις:ὁ δεσμώτης ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο,ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία ἔμαθε νὰ περπατᾷ.Το χειρόγραφο σταματά απότομα.Δεν υπάρχει συμπέρασμα.Δεν υπάρχει χρονολογία.Στο τελευταίο φύλλο, σχεδόν σβησμένο, διακρίνεται μόνο μία φράση — ίσως γραμμένη αιώνες αργότερα:

«Ὅσοι ἔψαξαν τὸν ἄνδρα, δὲν τὸν βρῆκαν.Ὅσοι ἄκουσαν τὸν δρόμο, δὲν ἔμειναν οἱ ἴδιοι.»Οι λόγιοι διαφώνησαν αν το κείμενο σχετίζεται με τον Σπάρτακος ή αν πρόκειται για αλληγορία μύησης, επηρεασμένη από τον Ορφέας.Κανείς δεν κατέληξε.

Ίσως γιατί κάποια κείμενα δεν γράφονται για να απαντούν ερωτήσεις.Γράφονται για να ανοίγουν δρόμους.

Λογοκρισία και γιορτές



Μια η ανάρτηση του Αλέξανδρος Τσουβέλας που κατέβηκε ως «βλάσφημη», μια η λογοκρισία του δημάρχου στη Φλώρινα στους Banda Entopica —και ξαφνικά η Ελλάδα του 2025 μοιάζει να ξαναπιάνει το νήμα από τα πιο σκοτεινά της αντανακλαστικά.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένα «ατυχή» περιστατικά. Είναι το μοτίβο: η τέχνη, η σάτιρα και ο δημόσιος λόγος περνούν από κόσκινο «ευαισθησιών», «ηθικής τάξης» και διοικητικής αυθαιρεσίας. Όχι με ρητές απαγορεύσεις (αυτές θα ήταν ειλικρινείς), αλλά με το πιο αποτελεσματικό εργαλείο του 21ου αιώνα: την αποσιώπηση. Κατέβασμα ανάρτησης εδώ, διακοπή συναυλίας εκεί, ένα «μην το συνεχίζετε» με μικρόφωνο κλειστό.

Η λογοκρισία σήμερα δεν φορά στολή· φορά γραβάτα και χαμόγελο. Δεν επικαλείται νόμους, επικαλείται «το κοινό αίσθημα». Δεν λέει «απαγορεύεται», λέει «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή». Και πάντα, μα πάντα, βαφτίζεται «προστασία» — της πίστης, της τάξης, της ηρεμίας, της εικόνας του τόπου.

Το αποτέλεσμα όμως είναι ίδιο: ένα τοπίο όπου ο καλλιτέχνης μαθαίνει να αυτολογοκρίνεται πριν μιλήσει, ο κωμικός να ζυγίζει κάθε λέξη σαν να περνά από εισαγγελέα, και το κοινό να συνηθίζει στην ιδέα ότι «καλά έκαναν και το έκοψαν». Έτσι χτίζεται η σιωπή: λίγο-λίγο, με συναίνεση.

Η Ελλάδα του 2025 δεν χρειάζεται περισσότερη «ευπρέπεια». Χρειάζεται περισσότερο θάρρος. Θάρρος να αντέχει την πρόκληση, την ειρωνεία, την ενόχληση. Γιατί η τέχνη που δεν ενοχλεί, απλώς διακοσμεί. Και μια δημοκρατία (εντελώς ασθενική) που φοβάται ένα τραγούδι ή ένα αστείο, έχει ήδη αρχίσει να φοβάται τον ίδιο της ετοιμοθάνατο εαυτό.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

Ομίχλη (η)



-Βύρων Λεοντάρης, «Η ομίχλη του μεσημεριού»



«Δε βγαίνει πουθενά από δω.
Άλλο να μείνω δεν μπορώ, όχι δεν μπορώ να γίνω τοίχος
-στήνουν κορμιά μπροστά στους τοίχους.
Στο μεσημέρι της ζωής απλώθηκε ομίχλη
μ’ ακόμα, ακόμα είναι καιρός,
θα φύγω απ’ τα φύκια των ματιών σου,
θα βγω ξανά στο δρόμο που ίχνη λαβωμένα με καλούν, θα
βγω ξανά στο δρόμο,
με το θρυμματισμένο τούτο καλοκαίρι μπηγμένο στο αίμα
μου,
με τη δροσιά της χαραυγής στα μάτια.»











Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

Podcast της λήθης ΕΠ 10 Το τρομακτικό πόλτεργκαϊστ του Μεσολογγίου, το 1926





Το 10 επεισόδιο του podcast ασχολείται με το τρομακτικό πόλτεργκαϊστ του Μεσολογγίου, με τα δραματικά φαινόμενα δηλαδή που συνίσταντο σε άγριους εκσφενδονισμούς αντικειμένων, που ρίχνονταν καταγής ή σε απλές μετακινήσεις, όπου τα αντικείμενα μετατοπίζονταν, χωρίς να χάσουν την ισορροπία τους παρά την ανεξέλεγκτη πορεία τους και έλαβαν χώρα το 1926 στην πρωτεύουσα της Αιτωλοακαρνανίας

Ο κόσμος σχολίαζε το γεγονός ποικιλοτρόπως. Άλλοι έλεγαν ότι τα φαινόμενα αυτά τα προκαλούσε η ψυχή του Πρόξενου Σωμάκη, που είχε ταφεί εκεί κοντά 16 χρόνια νωρίτερα, άλλοι ότι τα δημιουργούσε η ψυχή ενός Αρμενίου, που δολοφονήθηκε κι ετάφη εκεί που ήταν το διαβόητο καφενείο των παράδοξων συμβάντων και άλλοι, τέλος, θεωρούσαν τους δύο συνεταίρους και ιδιοκτήτες του καφενείου, καθώς και τις οικογένειές τους, κολασμένους.

Πληροφορίες πάρθηκαν από τις σελίδες mixanitouxronou.gr, artofwise.gr και strangepress.gr. Πολύτιμη είναι η συμβολή του φίλου Νώντα Λαμπρακόπουλου. H μουσική που ντύνει το συγκεκριμένο podcast είναι από τη σειρά μυστηρίου του Netflix, Stranger Things.




Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Πάτερ (Ω!)

Στων λευκών γηρατειών την άχαρη χάρη, έρχεται το εγγονάκι να φιλήσει το τρέμουλο των χεριών σου, και τραγουδιού στροφουλα να ψελλίσει.




Έφαγες μια ζωή να φτιάξεις ένα σπίτι. Απογεύματα Κυριακές στην κουζίνα η στον "κύκλο", χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο. Μόνον με τη θλίψη αντάμα.





Για αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια. Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή  πελώρια θαλπωρή που εσύ δεν έζησες.



γ.κ.