Το τελευταίο βράδυ δεν έμοιαζε με αποχαιρετισμό.
Έμοιαζε με παύση.
Η φωτιά έκαιγε χαμηλά, σαν να φοβόταν να υψωθεί. Ο Σπάρτακος καθόταν ακίνητος, χαράζοντας αφηρημένα το χώμα με την άκρη του μαχαιριού του. Απέναντί του, ο Γάννικος είχε απλώσει τα πόδια, το σώμα χαλαρό, σχεδόν προκλητικά ήρεμο — σαν άνθρωπος που είχε ήδη αποφασίσει.
«Δεν θα φύγω αύριο», είπε ο Γάννικος, χωρίς να τον κοιτάξει.
Ο Σπάρτακος δεν σήκωσε το κεφάλι.
«Κανείς δεν φεύγει αύριο.»
Ο Γάννικος χαμογέλασε. Όχι ειρωνικά. Σαν κάποιος που αναγνωρίζει μια ευγένεια, αλλά δεν την αποδέχεται.
«Εσύ θα προσπαθήσεις. Κι αυτό είναι σωστό. Κάποιος πρέπει να κουβαλήσει την ιστορία. Εγώ… δεν ήμουν ποτέ καλός σ’ αυτό.»
Έριξε λίγο κρασί στη φωτιά. Οι φλόγες αναστέναξαν.
«Ξέρεις τι φοβάμαι; Όχι τον θάνατο. Φοβάμαι μήπως αύριο δεν γελάσω. Κι αν δεν γελάσω, θα σημαίνει ότι έχασα πριν πεθάνω.»
Ο Σπάρτακος τον κοίταξε τότε.
Στο φως της φωτιάς, το πρόσωπο του Γάννικου έμοιαζε ήδη μακρινό — σαν να είχε αρχίσει να αποσύρεται από τον κόσμο των ζωντανών.
«Αν φύγεις», είπε ο Σπάρτακος χαμηλά,


