Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Σπάρτακος, το τελος του Γάννικου




Το τελευταίο βράδυ δεν έμοιαζε με αποχαιρετισμό.

Έμοιαζε με παύση.

Η φωτιά έκαιγε χαμηλά, σαν να φοβόταν να υψωθεί. Ο Σπάρτακος καθόταν ακίνητος, χαράζοντας αφηρημένα το χώμα με την άκρη του μαχαιριού του. Απέναντί του, ο Γάννικος είχε απλώσει τα πόδια, το σώμα χαλαρό, σχεδόν προκλητικά ήρεμο — σαν άνθρωπος που είχε ήδη αποφασίσει.

«Δεν θα φύγω αύριο», είπε ο Γάννικος, χωρίς να τον κοιτάξει.

Ο Σπάρτακος δεν σήκωσε το κεφάλι.
«Κανείς δεν φεύγει αύριο.»

Ο Γάννικος χαμογέλασε. Όχι ειρωνικά. Σαν κάποιος που αναγνωρίζει μια ευγένεια, αλλά δεν την αποδέχεται.
«Εσύ θα προσπαθήσεις. Κι αυτό είναι σωστό. Κάποιος πρέπει να κουβαλήσει την ιστορία. Εγώ… δεν ήμουν ποτέ καλός σ’ αυτό.»

Έριξε λίγο κρασί στη φωτιά. Οι φλόγες αναστέναξαν.
«Ξέρεις τι φοβάμαι; Όχι τον θάνατο. Φοβάμαι μήπως αύριο δεν γελάσω. Κι αν δεν γελάσω, θα σημαίνει ότι έχασα πριν πεθάνω.»

Ο Σπάρτακος τον κοίταξε τότε.
Στο φως της φωτιάς, το πρόσωπο του Γάννικου έμοιαζε ήδη μακρινό — σαν να είχε αρχίσει να αποσύρεται από τον κόσμο των ζωντανών.

«Αν φύγεις», είπε ο Σπάρτακος χαμηλά,

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Η λάθος Ρενέ




Τη σκότωσαν γιατί ήταν η λάθος Ρενέ.

Όχι γιατί έκανε κάτι.
Όχι γιατί απείλησε.
Αλλά γιατί υπήρξε.

Τη λέγαν Ρενέ, κι αυτό αρκούσε για να χωρέσει πάνω της όλο το μίσος που περίσσευε. Ένα όνομα εύθραυστο, σχεδόν ποιητικό, ριγμένο μέσα σε έναν κόσμο που είχε αποφασίσει πως η ποίηση είναι ύποπτη. Πως η ευαισθησία είναι αδυναμία.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Σπάρτακος οι τύψεις




Το έμαθε από στόμα ξένο.

Όχι από κραυγή, όχι από θρήνο — από μια ψυχρή φράση που ειπώθηκε σαν να μιλούσε κανείς για τον καιρό.

Σταυρώθηκαν.
Όσοι έμειναν ζωντανοί μετά την τελευταία μάχη,